Είπα «τέρμα» και κάτι μέσα μου ξύπνησε.
Και που λες,
ήταν κάπου πέρσι το Πάσχα
όταν ξύπνησα ένα πρωί
και είπα τέρμα.
Τέρμα σε τι,
θα μου πεις τώρα.
Τέρμα
στο να νιώθω κουρασμένη συνέχεια,
αν και δούλευα το λιγότερο 12ωρα
στην προηγούμενη δουλειά μου
για να μπορώ να ζω
και να πληρώνω
και όσα ήθελα να μάθω.
Τέρμα στις μίζερες σκέψεις.
Τέρμα στο άγχος το καθημερινό
για το αν θα τα καταφέρω
και σήμερα.
Τέρμα
στα παιδικά τραύματα
και στους λίγους έρωτες.
Απλά ξύπνησα και σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι.
Έκανα τη ρουτίνα μου.
Ξεκίνησα πάλι γυμναστική.
Μη φανταστείς.
Ίσα ίσα 20 λεπτά.
Για να ξυπνάει ο οργανισμός
και να ενεργοποιείται
το νευρικό σύστημα.
Φόρεσα ένα ωραίο φόρεμα.
Χτένισα τα μαλλιά μου.
Έβαλα τα καινούρια μου σκουλαρίκια
και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη.
Αυτό ήταν.
Ξαφνικά
είδα μπροστά μου
μια άλλη Ειρήνη.
Γνώριμη.
Αλλά δεν μπορούσα
να προσδιορίσω από πού.
Δύο περίπου εβδομάδες αργότερα,
και ενώ προετοιμαζόμασταν στο μαγαζί
(δούλευα ως μάγειρας)
για τη νέα σεζόν,
έκατσα να κάνω ένα διάλειμμα.
Εκείνη τη στιγμή,
και τη θυμάμαι πολύ καλά,
μου είπε η εργοδότης μου:
«Τον τελευταίο καιρό
είσαι άλλος άνθρωπος.
Κάτι έχει αλλάξει και λάμπεις ολόκληρη!
Τι έχεις κάνει;»
Ειλικρινά,
χαιρόμουν που κάποιος
παρατήρησε αλλαγή πάνω μου.
Και από την άλλη,
δεν ήξερα καν
τι να απαντήσω.
Έμεινα στο
«ευχαριστώ»
και στο
«αποφάσισα να ζήσω για μένα».
Και γιατί στα λέω όλα αυτά;
Γιατί είχα παρατηρήσει
πριν καιρό
ότι πολλές από τις επιλογές
που έκανα στη ζωή μου
έρχονταν ως αποφάσεις
του «πρέπει».
Αχ, αυτά τα πρέπει.
Τι πάει να πει
πρέπει τελικά;
Να θυσιάζω τα όνειρά μου
για να είναι οι άλλοι καλά;
Να φαίνομαι
ως το καλό κορίτσι
στην κοινωνία
ή στους συγγενείς
που δεν έχουν καμία δουλειά
να μου ορίζουν τη ζωή;
Τα δικά μου «πρέπει»
είχαν να κάνουν
με καταστάσεις
και ανθρώπους
που τους ένιωθα
ως υποχρέωση.
Να βοηθήσω τον έναν.
Να σταθώ στον άλλον.
Να παρηγορήσω.
Και ούτω καθεξής.
Είχα μάθει,
με τα χρόνια,
στον εαυτό μου
να θεωρώ δική μου υποχρέωση
τα προβλήματα των άλλων.
Με αποτέλεσμα
ό,τι απόφαση κι αν έπαιρνα
να γέρνει πάντα
προς το μέρος
της «υποχρέωσης».
Πεποιθήσεις.
Ακούσματα.
Επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές
από το άμεσο περιβάλλον μου.
Τραύματα.
Ενοχή.
Ντροπή.
Και μηδαμινή αυταξία.
Δούλεψα πολύ
με τον εαυτό μου
τα τελευταία πέντε χρόνια
για να πω
ότι τώρα είμαι ευτυχισμένη.
Πόνεσα και έκλαψα πολύ.
Θα τα πούμε σε άλλη ιστορία.
Για να φτάσω τώρα εδώ
να σου γράφω
μέρος της ιστορίας μου.
Και αυτό
που είμαι πραγματικά περήφανη
είναι πως τώρα, επιτέλους,
ξέρω ποια είναι αυτή η ιστορία.
Γιατί επέλεξα
να τη γράψω μόνη μου
από εδώ και πέρα.
Κλείνοντας τα αυτιά μου
σε αντιλήψεις
και πιστεύω
που δεν μου ταιριάζουν.
Και ναι.
Ακόμη κι αν είναι
της οικογένειάς μου.
Και αν κάτι
από αυτή την ιστορία
σου είναι οικείο,
η αλλαγή ίσως
δεν ξεκινά
από το να κάνεις περισσότερα.
Ξεκινά
από το να παρατηρήσεις.
Από πού
παίρνεις τις αποφάσεις σου;
Από φόβο;
Από ενοχή;
Από υποχρέωση;
Ή από αλήθεια;
Αυτό είναι
και το πλαίσιο
της δουλειάς μου σήμερα.
Όχι
να σου πω
τι να κάνεις.
Αλλά
να δημιουργήσω το κατάλληλο πλαίσιο
για να ακούσεις
εσένα.
Δεν ήξερα πού πάω.
Ήξερα όμως πολύ καθαρά
τι δεν ήθελα πια
και τι δεν άντεχα άλλο να ζω.
Κι αυτό ήταν αρκετό για να ξεκινήσω.
